στην Αντίσταση
1940 – Λειτουργία λιγνιτωρυχείων
1941 – Κατοχή και επίσκεψη Χίμλερ
1941-1944 – ο Αγώνας της Εθνικής Αντίστασης
15 Μαρτίου 1944 – Μπλόκο Καλογρέζας
25 Ιουλίου 1944 – Θυσία Ηλέκτρας Αποστόλου
10 Οκτωβρίου 1944 – Απελευθέρωση
Η ιστορία του Ηρακλείου Αττικής κατά τα χρόνια της γερμανικής Κατοχής αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα κεφάλαια της συλλογικής μνήμης της πόλης. Από τα λιγνιτωρυχεία της Καλογρέζας μέχρι τους δρόμους της Αντίστασης, οι κάτοικοι του Ηρακλείου βρέθηκαν στην πρώτη γραμμή ενός αγώνα για ελευθερία, αξιοπρέπεια και δημοκρατία.
Το 1940, λίγο πριν η Ελλάδα εισέλθει στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, άρχισε η λειτουργία των λιγνιτωρυχείων Καλογρέζας – Ηρακλείου. Τα ορυχεία αποτέλεσαν σημαντικό οικονομικό πυλώνα της περιοχής, προσελκύοντας εργαζομένους από την Εύβοια, τη Μήλο και πολλές άλλες περιοχές της χώρας. Η Λεωφόρος Κύμης πήρε το όνομά της από τους λιγνιτωρύχους της Κύμης Ευβοίας. Η εξόρυξη λιγνίτη έδωσε νέα δυναμική στην τοπική οικονομία, προσφέροντας εργασία σε πολλούς κατοίκους, ενώ απέκτησαν στρατηγική σημασία στην πολεμική περίοδο.
Μετά τη γερμανική εισβολή, το Ηράκλειο βρέθηκε υπό κατοχή. Οι κάτοικοι γνώρισαν τη φτώχεια, την πείνα, τους περιορισμούς και τον φόβο των βομβαρδισμών. Σε διάφορα σημεία της πόλης κατασκευάστηκαν δημόσια και ιδιωτικά καταφύγια, όπου οικογένειες ολόκληρες περνούσαν ατέλειωτες ώρες κατά τη διάρκεια των αεροπορικών επιδρομών.
Στο παλαιό Ηράκλειο υπήρχαν τουλάχιστον τέσσερα καταφύγια – το ένα κοντά στην πλατεία του Αγίου Λουκά. Ήταν ένα μεγάλο και ψηλό υπόγειο σε σχήμα Ζ, με τρεις εισόδους, μία σε κάθε γωνία, ενώ μέσα υπήρχαν δύο σειρές με χωμάτινα καθίσματα και κουρελούδες, οι οποίες φιλοξενούσαν παιδιά, τις νύχτες που ο συναγερμός διαρκούσε για ώρες. Υπήρχαν τουλάχιστον άλλα τρία καταφύγια: το ένα στο τέρμα της σημερινής οδού Χαλκίδος, ένα μικρότερο στην εκκλησία του Αγίου Λουκά και ένα τρίτο στην οδό Αλωνιών. Υπήρχαν, όμως, και ιδιωτικά, στα υπόγεια και στις αυλές των σπιτιών.
των κατοχικών δυνάμεων
Η ιδιαίτερη σχέση της περιοχής με τους Βαυαρούς εποίκους του 19ου αιώνα προσέδωσε στο Ηράκλειο μια ξεχωριστή θέση στα σχέδια των Γερμανών κατακτητών. Στις 6 Μαΐου 1941, λίγες μόλις ημέρες μετά την κατάληψη της Ελλάδας, ο αρχηγός των SS, Χάινριχ Χίμλερ, επισκέφθηκε το Άνω Ηράκλειο, όπου βρίσκονταν οι οικογενειακές ρίζες συγγενικών του προσώπων.
Λέγεται ότι λόγω της σχέσης του με την περιοχή, δώρισε στους κατοίκους του Παλαιού Ηρακλείου 10.000 μάρκα, ενώ έδωσε διαταγή να «σιτίζονται πλουσίως» εν αντιθέσει προς τους άλλους Έλληνες που πεινούσαν. Η επίσκεψη του Χίμλερ συνδέεται με τις σκοτεινές προθέσεις των Γερμανών, που αποσκοπούσαν στην ιδεολογική επανασύνδεση των Βαυαρών κατοίκων του Ηρακλείου με το τότε γερμανικό κράτος, αλλά και στην επόπτευση της περιοχής, η οποία σε σύντομο χρονικό διάστημα κατέστη ελεγχόμενη ζώνη.
Μία μεγάλη δύναμη γερμανικών και ιταλικών στρατευμάτων, εγκαταστάθηκε στο κεντρικό Ηράκλειο, κατασκευάστηκαν ορύγματα με κεκλιμένες παρειές, ώστε γερμανικά οχήματα, άρματα μάχης και αποθήκες καυσίμων να μην καθίστανται ορατά από τα συμμαχικά αεροπλάνα, ενώ επιτάχθηκαν σπίτια και κτήματα. Την ίδια εποχή, η φύλαξη των λιγνιτωρυχείων πέρασε από τις ιταλικές δυνάμεις στον γερμανικό στρατό. Έξω από τις στοές δούλευαν παιδιά, ξυπόλητα και πεινασμένα.
Παρά το κλίμα φόβου και τρομοκρατίας που επέβαλαν οι κατοχικές δυνάμεις, το Ηράκλειο ανέπτυξε έντονη αντιστασιακή δράση. Στην περιοχή δραστηριοποιήθηκε η Οργάνωση Αναστάσεως Γένους (ΟΑΓ), η οποία διατηρούσε σχέσεις με τη βρετανική αντικατασκοπία και συμμετείχε σε σημαντικές επιχειρήσεις δολιοφθοράς κατά των γερμανικών δυνάμεων.
Ηγετική μορφή της οργάνωσης υπήρξε ο Γιάννης Μπομποτίνος, ο οποίος εγκαταστάθηκε στο Ηράκλειο το 1941 και οργάνωσε ένα ισχυρό δίκτυο σαμποτέρ κατά των κατακτητών. Στενός συνεργάτης του ήταν ο Ρωσοπολωνός Γεώργιος (Γιέρζι) Σαϊνόβιτς Ιβάνοφ, μία από τις σημαντικότερες μορφές της ευρωπαϊκής Αντίστασης κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Μαζί με τον αρχίατρο Ιωάννη Μώραλη, υπαρχηγό της ΟΑΓ και σύμβουλο του ΕΔΕΣ, πραγματοποίησαν σειρά τολμηρών επιχειρήσεων δολιοφθοράς. Ανάμεσά τους ξεχωρίζει το σαμποτάζ στο Τατόι, το καλοκαίρι του 1941, το οποίο προκάλεσε σοβαρές απώλειες στη γερμανική αεροπορία και οδήγησε στην καταστροφή πολλών αεροσκαφών τύπου Στούκας.
Στον αγώνα για την ελευθερία συμμετείχαν και πολλοί κάτοικοι της περιοχής, πληρώνοντας βαρύ τίμημα. Ο Παναγιώτης Μικρόπουλος, ανθρακωρύχος, μόλις 19 ετών, συνελήφθη, βασανίστηκε και εκτελέστηκε στο Μπλόκο της Καλογρέζας χωρίς να προδώσει τους συναγωνιστές του. Παράλληλα, ο Κώστας Ωραιόπουλος έπεσε κατά τη μεγάλη διαδήλωση της 5ης Μαρτίου 1943 στην Αθήνα, μια κινητοποίηση που συνέβαλε αποφασιστικά στην αποτροπή της πολιτικής επιστράτευσης των Ελλήνων από τις δυνάμεις Κατοχής.
Οι άνθρωποι αυτοί, μαζί με πολλούς ακόμη γνωστούς και ανώνυμους αγωνιστές, αποτελούν σήμερα αναπόσπαστο μέρος της ιστορικής μνήμης του Ηρακλείου Αττικής και σύμβολα του αγώνα για ελευθερία, αξιοπρέπεια και δημοκρατία.
Σύμβολο θυσίας και ελευθερίας
Ανάμεσα στις εμβληματικές μορφές της Αντίστασης ξεχωρίζει η Ηλέκτρα Αποστόλου, της οποίας το πατρικό σπίτι βρισκόταν στο Ηράκλειο Αττικής, εκεί που βρίσκεται σήμερα το Πολύκεντρο στην οδό Κουντουριώτου.
Η δράση της υπήρξε πολύπλευρη και αδιάκοπη. Συνελήφθη στις 25 Ιουλίου 1944 και υπέστη φρικτά βασανιστήρια από την Ειδική Ασφάλεια. Παρά τις απάνθρωπες συνθήκες, αρνήθηκε να αποκαλύψει πληροφορίες για τους συναγωνιστές της.
Οι απαντήσεις που έδωσε στους ανακριτές της πέρασαν στην ιστορία ως ύψιστο παράδειγμα πατριωτισμού και αυταπάρνησης:
«- Από πού είσαι;
– Από την Ελλάδα!
– Πού κατοικείς;
– Στην Ελλάδα!
– Πώς σε λένε;
– Είμαι Ελληνίδα!
– Ποιοι είναι οι συνεργάτες σου;
– Όλοι οι Έλληνες!
– Τι δουλειά κάνεις;
– Υπηρετώ τον Ελληνικό Λαό!
– Από ποιον παίρνεις εντολές;
– Μόνο από την Πατρίδα μου!»
Το ανατριχιαστικό ιατροδικαστικό πόρισμα-έκθεση της νεκροψίας-αυτοψίας για τον μαρτυρικό θάνατο της αγωνίστριας συντάχθηκε στις 26 Ιουλίου 1944 από τον ιατροδικαστή Πέτρο Τζαφέρη στο νεκροτομείο, έπειτα από μεταφορά της σορού από το ξενοδοχείο “Κρυστάλ”. Αναφέρει:
«Μετεφέρθη διά του υπ’ αριθμ. 375 εγγράφου του Σταθμού Α΄ Βοηθειών, παραληφθείσα εκ του ξενοδοχείου “Κρυστάλ“ επί του πτώματος βεβαιούνται κακώσεις προκληθείσαι εκ μαστιγώσεως ήτις εγένετο διά διαφόρων οργάνων (μαστιγίου, βουνεύρου, αλύσεως, πλεκτού σύρματος), άτινα έδρασαν αλλεπαλλήλως και βιαιότατα, ως και κακώσεις εξ απαιωρήσεως από των μασχαλών, επίσης εγκαύματα εν ζωή και μετά θάνατον γενόμενα. Ο θάνατος οφείλεται κυρίως εις τας κακώσεις καθ’ όσον τα εγκαύματα είναι μικράς εκτάσεως. Σημείωσις: Η ταυτότης της θανούσης εξηκριβώθη υπό της Σημάνσεως, ένθα ήτο σεσημασμένη ως κομμουνίστρια υπ’ αριθ. 59953.
Το πτώμα ανήκε εις την Αποστόλου Ηλέκτραν του Νικολάου»
Η θυσία της Ηλέκτρας Αποστόλου παραμένει μέχρι σήμερα σύμβολο αντίστασης απέναντι στον φασισμό και την καταπίεση.
Κορυφαία στιγμή της κατοχικής θηριωδίας στην περιοχή υπήρξε το Μπλόκο της Καλογρέζας στις 15 Μαρτίου 1944. Γερμανικές δυνάμεις και συνεργάτες τους πραγματοποίησαν μαζικές συλλήψεις κατοίκων και εργατών των λιγνιτωρυχείων. Ακολούθησαν βασανιστήρια, εκτελέσεις και διώξεις, με 22 αγωνιστές να χάνουν τη ζωή τους.
Το γεγονός σημάδεψε ανεξίτηλα την ιστορία του Ηρακλείου και παραμένει έως σήμερα σύμβολο θυσίας, αγώνα και συλλογικής μνήμης.
Στις 10 Οκτωβρίου 1944 οι γερμανικές δυνάμεις εγκατέλειψαν το Ηράκλειο. Οι κάτοικοι ξεχύθηκαν στους δρόμους, ενώ οι καμπάνες των εκκλησιών χτυπούσαν χαρμόσυνα αναγγέλλοντας το τέλος της Κατοχής.
Ύστερα από χρόνια στερήσεων, φόβου και θυσιών, η πόλη ανέπνευσε ξανά ελεύθερη. Όμως η μνήμη όσων αγωνίστηκαν και θυσιάστηκαν παρέμεινε ζωντανή, αποτελώντας πολύτιμη παρακαταθήκη για τις επόμενες γενιές.
Το Ηράκλειο Αττικής δεν υπήρξε απλός θεατής των γεγονότων της Κατοχής. Υπήρξε τόπος αγώνα, αντίστασης και θυσίας. Οι ανθρακωρύχοι της Καλογρέζας, οι αντιστασιακές οργανώσεις, οι ανώνυμοι πολίτες και οι επώνυμοι ήρωες της πόλης συνέβαλαν καθοριστικά στον αγώνα για την ελευθερία.
Η διατήρηση της ιστορικής μνήμης δεν αποτελεί μόνο φόρο τιμής προς το παρελθόν, αλλά και διαρκή υπενθύμιση των αξιών της δημοκρατίας, της αλληλεγγύης και της ελευθερίας που οφείλουμε να υπερασπιζόμαστε και σήμερα.