Χρονολόγιο
Σημαντικοί σταθμοί
στην ιστορία του Ν. Ηρακλείου
7ος - 10ς αι. π.Χ.
Πρώτες αναφορές για την περιοχή του Ηρακλείου Αττικής κατά την Αρχαιότητα

Οι πρώτες αναφορές για το σημερινό Ηράκλειο Αττικής εντοπίζονται στους κλασικούς χρόνους. Συνδέονται με τον δήμο των Ιφιστιάδων ή Ηφαιστιάδων και τεκμηριώνονται έμμεσα μέσω επιγραφικών, τοπωνυμικών και φιλολογικών πηγών. Εικάζεται πως το «Ηφαιστία» παραπέμπει σε ένα πολιτισμικό και θρησκευτικό πλαίσιο εντός του οποίου αναπτύχθηκε η ανθρώπινη δραστηριότητα. Η λατρεία του Ηφαίστου σχετίζεται με αγροτικές, τεχνικές και παραγωγικές δραστηριότητες, οι οποίες υποστήριζαν την οικονομία της Αθήνας.

Η περιοχή, την εποχή εκείνη, δεν συγκροτούσε αυτοτελές αστικό κέντρο, αλλά προσδιόριζε έναν αγροτικό χώρο με καλλιέργειες, μικρούς οικιστικούς πυρήνες και παραγωγικές δραστηριότητες, ενταγμένες στο ευρύτερο σύστημα της αθηναϊκής ενδοχώρας.

2oς αι. μ.Χ.
Το Ηράκλειο εντάσσεται πλήρως
στη Ρωμαϊκή Αθήνα

Κατά τη Ρωμαϊκή περίοδο, η περιοχή του σημερινού Ηρακλείου Αττικής εντάχθηκε πλήρως στο διοικητικό και τεχνικό σύστημα της ρωμαϊκής Αθήνας και συμμετείχε ενεργά στο δίκτυο υποδομών και αγροτικής παραγωγής της Αττικής. Κομβικό ρόλο διαδραμάτισε η κατασκευή του Αδριάνειου Υδραγωγείου (2ος αι. μ.Χ.), τμήματα του οποίου διέρχονταν από την περιοχή του αρχαίου δήμου των Ιφιστιάδων. Το υδραγωγείο, που μετέφερε νερό από την Πεντέλη και την Πάρνηθα προς την Αθήνα, αποτέλεσε βασική υποδομή ύδρευσης για αιώνες, γεγονός που υποδηλώνει τη συνεχή κατοίκηση και τη στρατηγική σημασία της περιοχής.

4ος-12ος αι. μ.Χ.
Ανάπτυξη του Ηρακλείου ως αγροτικού χώρου στα βυζαντινά χρόνια

Στα Βυζαντινά χρόνια το σημερινό Ηράκλειο Αττικής εντασσόταν στο αγροτικό και εκκλησιαστικό τοπίο της βόρειας Αττικής, διατηρώντας τη συνεχή ανθρώπινη παρουσία που είχε διαμορφωθεί ήδη από την Αρχαιότητα. Η περιοχή χαρακτηριζόταν από καλλιεργήσιμες εκτάσεις, μικρούς οικιστικούς πυρήνες και λατρευτικούς χώρους που εξυπηρετούσαν τον τοπικό πληθυσμό. Σημαντικό τεκμήριο της περιόδου και της ένταξης του Ηρακλείου στη διοικητική και εκκλησιαστική επικράτεια της μεσαιωνικής Αθήνας, αποτελεί ο Ναός Αγίου Γεωργίου, ο οποίος ενσωματώνει αρχιτεκτονικά και λατρευτικά στοιχεία παλαιοχριστιανικής και μεσοβυζαντινής παράδοσης.

/ 1204–1456
Το Ηράκλειο εντάσσεται στο Δουκάτο των Αθηνών

Η περιοχή, ακολουθώντας τις γενικότερες εξελίξεις της Αττικής μετά το 1204, εντάχθηκε στο Δουκάτο των Αθηνών. Οι ιστορικές πηγές και η τοπική τοπωνυμία δείχνουν ότι διατήρησε κυρίως τον αγροτικό της χαρακτήρα, χωρίς έντονη λατινική αστική εγκατάσταση. Αν και καταγράφονται εγκαταστάσεις Αρβανιτών σε περιοχές της βορειοδυτικής Αττικής από τα τέλη του 14ου αιώνα, δεν προκύπτουν σαφείς ενδείξεις εκτεταμένης αρβανίτικης εγκατάστασης στον χώρο του σημερινού Ηρακλείου. 
Η ανθρώπινη παρουσία συνεχίστηκε αδιάλειπτα, ενταγμένη στο αγροτικό και εκκλησιαστικό τοπίο της μεσαιωνικής Αθήνας, προετοιμάζοντας τη μετάβαση προς την Οθωμανική περίοδο.

/ 1456-1830
Η ένταξη του Ηρακλείου στο σύστημα των καζάδων και η σταδιακή ύφεση στα Οθωμανικά χρόνια

Η Αττική καταλήφθηκε από τους Οθωμανούς το 1456 και εντάχθηκε σε διοικητικό σύστημα καζάδων με έδρα τη Χαλκίδα. Τότε, το λεγόμενο Αράκλι, το οποίο θεωρείται γλωσσική εξέλιξη της αρχαίας ονομασίας Ηράκλειο, δεν αποτέλεσε ενιαίο αστικό κέντρο, αλλά αγροτική περιοχή με διάσπαρτους οικιστικούς πυρήνες, συχνά σε συνάρτηση με τους Χαλκωματάδες και γειτονικές κοινότητες. Η οικονομία βασίστηκε κυρίως στην ελαιοκαλλιέργεια, τη γεωργία και τη μικρή κτηνοτροφία. Σημαντικές εκτάσεις περιήλθαν σε μεγάλους γαιοκτήμονες και μοναστηριακή ιδιοκτησία (ιδίως της Μονής Φιλοθέης), ενώ στα τέλη του 18ου αιώνα μεγάλο μέρος της περιοχής ανήκε στο βακούφι του Χασεκή.
Οι πολεμικές συγκρούσεις της περιόδου 1821–1827 και οι επιδημίες οδήγησαν σε πληθυσμιακή ύφεση, με αποτέλεσμα, κατά την άφιξη του Όθωνα, η περιοχή να εμφανίζεται αραιοκατοικημένη.

/ 1833-1837
Ιδρύεται στο Ηράκλειο η Βαυαρική Στρατιωτική Αποικία

Με την ανακήρυξη του Βαυαρού Όθωνα ως πρώτου βασιλιάς της Ελλάδας, ξεκίνησε μια νέα εποχή για το νεοσύστατο ελληνικό κράτος, το οποίο επιχειρούσε να οργανωθεί διοικητικά και θεσμικά μετά από χρόνια πολέμου. Τον Μάιο του 1837, τέσσερις Βαυαροί στρατιωτικοί —οι Νάιντελ (Neidel), Βέρνερ (Werner), Βουθ (Wuth) και Ζίγκλερ (Ziegler)— υπέβαλαν επίσημο αίτημα προς τον βασιλιά Όθωνα, ζητώντας την άδεια να εγκατασταθούν μόνιμα στην Ελλάδα. Το αίτημά τους αποτέλεσε την αφετηρία για την ίδρυση της βαυαρικής στρατιωτικής αποικίας στο αραιοκατοικημένο τότε Ηράκλειο, σηματοδοτώντας τη μετάβαση από τον προσωρινό στρατιωτικό σταθμό σε μόνιμο οικισμό.

24 Μαΐου &
11 Ιουνίου 1837
Τα Βασιλικά Διατάγματα ίδρυσης της στρατιωτικής αποικίας

Η ίδρυση στρατιωτικής αποικίας στο Ηράκλειο θεσμοθετήθηκε με τα Βασιλικά Διατάγματα της 24ης Μαΐου και της 11ης Ιουνίου 1837.
 Τα διατάγματα αυτά ρύθμιζαν με σαφήνεια ζητήματα παραχώρησης γης, διοίκησης και προνομίων στους νέους οικιστές. Προβλεπόταν η απόδοση αγροτεμαχίων, κατοικιών και μέσων παραγωγής, με στόχο την οικονομική αυτάρκεια και τη μόνιμη εγκατάσταση των Βαυαρών. Η κρατική αυτή παρέμβαση σηματοδοτεί τη μετάβαση από την πρωτοβουλία στην επίσημη ίδρυση του «βαυαρικού Ηρακλείου», το οποίο αποτέλεσε τον πυρήνα του σύγχρονου οικισμού και εντάχθηκε οργανικά στον σχεδιασμό του νεοσύστατου ελληνικού κράτους.

/ 1837-1838
Το πρώτο Κτηματολόγιο της Ελλάδας

Το πρώτο κτηματολόγιο στην Ελλάδα συντάχθηκε στα πρώτα χρόνια της βασιλείας του Οθωνα και αφορά τον συνοικισμό Αράκλι ή Ηράκλη. Η γεωμετρική αποτύπωση έγινε από τον γεωμέτρη δεκανέα Bauer τo 1837. H έκταση διανεμήθηκε σε ανεξάρτητα τμήματα ανά κατηγορία ποιότητας και χρήσης γης που μπορούσαν να παραχωρηθούν σε κάθε οικιστή. Στο κτηματολογικό διάγραμμα του Bauer το 1837, σε κλίμακα 1:4.000, αποτυπώνονται βασικά τοπογραφικά και τοπωνυμικά στοιχεία της περιοχής του τότε Αρακλίου. Μεταξύ αυτών καταγράφεται η τότε δεντροφυτεμένη περιοχή του Πρασίνου Λόφου που δεν κατατμήθηκε λόγω του πράσινου, το ρέμα που σήμερα είναι κοινό όριο των Δήμων Ηρακλείου και Αμαρουσίου και η Πλαπούτα, ως δρόμος που συνέδεε τη Νέα Ιωνία με το Χαλάνδρι, δηλαδή η σημερινή οδός Καποδιστρίου. Το 1838, σύμφωνα με το πρώτο κτηματολόγιο, στην «αποικία» ζούσαν 30 άνδρες, 7 γυναίκες και 5 παιδιά. Κάθε οικογένεια πήρε υλικά για ένα σπίτι και 42 στρέμματα (αναφέρονται και 80 στρέμματα) για καλλιέργεια.

/ 1840-1843
Χριστόφορος Νέζερ: ο πρώτος επιστάτης βαυαρικού οικισμού ιδρύει σχολείο και διδάσκει

Ο Γιόχαν Κρίστοφ Νέζερ (1808–1883) ανέλαβε την παραλαβή και φύλαξη της Ακρόπολης μετά την αποχώρηση των οθωμανικών στρατευμάτων ενώ, παράλληλα, ορίστηκε πρώτος επιστάτης του βαυαρικού οικισμού Ηρακλείου. Το 1840 προχώρησε στο κλείσιμο των 12 οινοπωλείων σε έναν οικισμό που κατοικούσαν 3 αγαμοι άνδες και 15 οικογένειες και ίδρυσε σχολείο, στο οποίο δίδασκε ο ίδιος, δίνοντας έμφαση στην εκπαίδευση, την κοινωνική πειθαρχία και την αγροτική αυτάρκεια των κατοίκων.